Silent Hill: Townfall Review

To σερί της Konami καλά κρατεί

Αν θα μου ζήταγε κανείς να περιγράψω την τωρινή κατάσταση της Konami με ένα meme, θα ήταν ένα ελληνικό μπασκετικό που θα έλεγε «You were on fire, my man!». Όσοι ξέρουν, ξέρουν. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε όμως είναι η ουσία της έκφρασης που περιγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα πραγματικά καυτό σερί πολύ δυνατών κυκλοφοριών που δεν λέει να σταματήσει. Και ειλικρινά, γιατί να σταματήσει; Το περσινό launch του «Silent Hill f» τόλμησε να καινοτομήσει, όχι μόνο με το setting της Ιαπωνίας των 60s, αλλά και με την εν γένει εξέλιξη της ιστορίας του, η οποία άργησε να ξεδιπλώσει το ουσιαστικό της νόημα.

Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει με το «Silent Hill: Townfall», το οποίο βαδίζει σε πιο γνώριμα μονοπάτια. H μελαγχολική νεκρική αύρα της ομίχλης που έχει κυριεύσει την πόλη, ένας πρωταγωνιστής με τεράστιο βάρος στη συνείδησή του και η αναζήτηση μιας γυναίκας που ίσως να κρύβει την απάντηση ενός φρικιαστικού μυστηρίου. Και όχι, δεν μιλάμε για το «Silent Hill 2», καθώς το «Townfall» καταφέρνει να ξεχωρίσει με τον δικό του τρόπο.

Μια νέα ομίχλη απλώνεται...

Ο τίτλος διαδραματίζεται εν έτει 1996 στην απομακρυσμένη κωμόπολη St. Amelia της Σκωτίας, που βρίσκεται σε μία νησίδα των βορείων ακτών. Σε αυτές τις ακτές λοιπόν, θα βρεθεί ξεβρασμένος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, Simon Ordell, ο οποίος έχοντας έναν ορό δεμένο στο χέρι του και φαινομενικά καμία σύνδεση με τον συγκεκριμένο τόπο, θα πρέπει σιγά-σιγά να ξετυλίξει το μυστηριώδες κουβάρι που τον οδήγησε εκεί. Το πρώτο πράγμα που θα παρατηρήσετε και σπάνια απογοητεύει σε έναν «Silent Hill» τίτλο, είναι φυσικά η ατμόσφαιρα. Το vibe μίας πόλης της Σκωτίας το φθινόπωρο είναι ούτως ή άλλως συγκλονιστικό στην πραγματικότητα, όμως η St. Amelia συνδυάζει υπέροχα τη μουντή αποπνικτική ατμόσφαιρα, αλλά και την αίσθηση της σήψης και της εγκατάλειψης από κάτι σκοτεινό και ανεξήγητο. Τα πλακόστρωτα πέτρινα καλντερίμια αντηχούν σε κάθε σας βήμα, ενώ τα παντζούρια που τρίζουν και οι ψυχροί μεταλλικοί θόρυβοι που έρχονται από το λιμάνι, συνθέτουν το απόλυτο σκηνικό ψυχολογικού τρόμου.

Καθώς ο Simon λοιπόν ξεκινά να εξερευνά το εγκαταλελειμμένο ψαροχώρι, θα βρει μία μικρή τηλεόραση/ραδιόφωνο που με static παρεμβολές θα μπορεί να αντιληφθεί τις απειλές που τον πλησιάζουν. Θα βρει όμως και μία σύμμαχο σε αυτή του την αναζήτηση στο πρόσωπο της νοσοκόμας Zoe Ellis, η οποία ψάχνει και εκείνη να βρει τις δικές της απαντήσεις. Την τριάδα συμπληρώνει ο πιο μυστηριώδης χαρακτήρας από τους υπόλοιπους, ο Richard, με την αινιγματική του παρουσία να θολώνει ακόμα περισσότερο τα πράγματα στο ήδη ομιχλώδες τοπίο.

Gameplay

Η εξέλιξη της ιστορίας λαμβάνει χώρα σε προοπτική πρώτου προσώπου με την κίνηση του Simon να είναι αργή, μεθοδική και να σε κρατάει πάντοτε στην τσίτα, με τις αισθήσεις σου να είναι πάντοτε σε εγρήγορση ακόμα και για τον παραμικρό ήχο. Σαν γενικότερη φιλοσοφία μπορώ να πω πως το «Silent Hill: Townfall» φτιάχτηκε για να σε «αναγκάσει» να αποφύγεις τις οποιεσδήποτε συγκρούσεις (όχι πως δεν υπάρχουν φυσικά) και να μελετάς κάθε χώρο που εισέρχεσαι για να αποκτήσεις στρατηγικό πλεονέκτημα σε περίπτωση που η κατάσταση στραβώσει. Η ΑΙ των τερατουργημάτων που θα δείτε να ξεπροβάλλουν από μολυσμένες τρύπες στους τοίχους είναι αρκετά επιθετική και συνδυαστικά με τα κάπως ατσούμπαλα blocks και τις melee επιθέσεις του Simon, δεν καθιστούν την μάχη ως πρώτη επιλογή. Τα όπλα που θα βρείτε σε μεταγενέστερα στάδια σαφώς και θα σας βοηθήσουν, όμως ρισκάρετε να τραβήξετε επάνω σας αχρείαστη προσοχή, κάτι που ενισχύεται και από το γεγονός πως μέχρι ο Simon να κάνει reload θα σας έχουν κατασπαράξει. Η φορητή μίνι τηλεόραση/ράδιο που προανέφερα εκπέμπει έναν κοφτό static ήχο όταν μπαίνετε σε χώρο με εχθρούς, με την οθόνη να σας δείχνει με στίγματα μία γενική τοποθεσία κάθε μεμονωμένης απειλής. Όταν λοκάρετε σε έναν συγκεκριμένο εχθρό, η σιλουέτα τους εμφανίζεται στιγμιαία στην οθόνη, χωρίς όμως άλλη οπτική πληροφορία. Το game με αυτό τον τρόπο χτίζει έξυπνα την αγωνία για το τι έχεις να αντιμετωπίσεις, καθώς σου δίνει ένα γενικό lay-out της τοποθεσίας, αλλά σε αναγκάζει να προχωρήσεις για να έχεις πιο καθαρή εικόνα της απειλής. Μπορείτε να αποσπάσετε την προσοχή των πλασμάτων με τούβλα, μπουκάλια ή ακόμα και με το ραδιοφωνάκι σας και φυσικά μην παραλείψετε να έχετε πάντα γεμάτο τον ορό του Simon, γιατί θα είναι χρησιμότατος για ένα γρήγορο revive όταν θα έχετε ξεμείνει από healing items. Ένα κομμάτι που με ενθουσίασε πολύ όσο προχωρούσε το story είναι η πολύ καλή εναλλαγή σκηνικών που δεν σε κάνουν να βαριέσαι στο ελάχιστο τη ροή της πλοκής. Μέσα από τους χάρτες που βρίσκετε θα περάσετε από όλα τα σημεία της St. Amelia, σε ένα αέναο back n forth σκοτεινών υπογείων, βρωμερών νοσοκομείων και ρημαγμένων πάρκων, με το setting της ατμόσφαιρας να αλλάζει αισθητά όσο πλησιάζετε προς το τέλος. Τα puzzles του «Silent Hill: Townfall» έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά αναφορικά με το πως έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον του game, με ορισμένα να είναι πολύ ευρηματικά, αναγκάζοντάς σε να ερμηνεύσεις ακόμα και συγκεκριμένους ήχους. Μπορώ να πω ότι ζορίστηκα αρκετά σε κάμποσα, αλλά ευτυχώς με λίγη υπομονή ξεπεράστηκαν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

Τι μας χάλασε

Δυστυχώς κατά τη διάρκεια του τελευταίου act πρέπει να ομολογήσω πως υπήρχε μια αχρείαστη ανακύκλωση στιγμών μάχης με πολλούς εχθρούς που εξυπηρετούσαν απλά ένα stretching της ιστορίας πριν την κορύφωση, όπως και κάποιοι γρίφοι που φάνηκαν προχειροφτιαγμένοι. Aν συμπεριλάβουμε και το response των κινήσεων στη μάχη που δεν είναι και στα καλύτερά του, ευτυχώς είναι λίγα τα σημεία όπου υπάρχουν αστοχίες.

Αξίζει το ταξίδι στα βάθη της ψυχής σας;

To σημαντικό είναι πως ο τίτλος στο τέλος του βρίσκει το momentum που χρειάζεται για να αποδώσει ένα φινάλε (εκ των 5 που υπάρχουν) που μπορεί να μην κρύβει κάποιο ακραίο plot twist, όμως είναι δομημένο αρτιότατα για να κολλάει στην κλασσική συνταγή και ιδιοσυγκρασία που χαρακτηρίζει το franchise του «Silent Hill». Το soundtrack του game δεν θα μπορούσε να υφίσταται δίχως τις μελαγχολικές νότες του Akira Yamaoka, o οποίος παρόλο που δεν εμπλέκεται στο project, είναι σίγουρο πως θα απολαύσει όσο και εμείς τις συνθέσεις του Καναδού Anthony Scott Burns, που δίνουν ένα ιδιαίτερο twist με τη χρήση πιάνου και βιομηχανικών κρουστών.

Αυτό που κατάφερε σε τελική ανάλυση το studio της Screen Burn είναι ένα φρικιαστικά εφιαλτικό ταξίδι, πιστό στις ρίζες του, εμπλουτισμένο με νέες ιδέες και με μία γνώριμη ανατριχίλα που δεν βαριόμαστε ποτέ να βιώνουμε όταν καλυφθούμε από αυτό το βαρύ ομιχλώδες πέπλο. Μη ξεχνάτε άλλωστε πως οι μάχες του «Silent Hill» δεν είναι ποτέ κόντρα σε αυτόν που βλέπετε στον δρόμο σας. Αλλά μόνο με αυτόν που σας δείχνει ο καθρέφτης σας…

Ευχαριστούμε θερμά την CD Media για την παραχώρηση του key code για τις ανάγκες του review.

Βαθμολογία 8

ΘΕΤΙΚΑ

  • Κορυφαία ατμόσφαιρα σε κάθε καρέ
  • Η κάμερα 1ου προσώπου το κάνει κινηματογραφικό
  • Πολύ έξυπνοι γρίφοι
  • Ανατριχιαστικές μελωδίες και εφέ
  • Πολλαπλά endings
  • Τιμά την κλασσική συνταγή του franchise

ΑΡΝΗΤΙΚΑ

  • Τα mechanics της μάχης έχριζαν βελτίωσης
  • Κάνει κοιλιά ελαφρώς στο φινάλε
  • Το σχεδόν καθολικό focus στο stealth ίσως να μην αρέσει σε πολλούς

Οι ιδιαίτερες στιγμές θέλουν βροχή, pizza, φίλους και μία κονσόλα. Μετά από μαραθώνιο "The Lord of the Rings" (τα extended προφανώς) και ένα επεισόδιο Raw ή SmackDown για το σβήσιμο, αυτό το γλυκό "beep" είναι το κάλεσμα για να συνεχιστεί η βραδιά με χιλιάδες απρόσμενους τρόπους...

No comments

Αφήστε μια απάντηση

Follow us

Αναμενόμενες κυκλοφορίες