Η σειρά A Plague Tale κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να δημιουργήσει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, οι αρουραίοι, το stealth και κυρίως η σχέση των χαρακτήρων ήταν τα στοιχεία που έκαναν τα Innocence και Requiem να ξεχωρίσουν.
Το Resonance: A Plague Tale Legacy, όμως, αποφασίζει να πάρει έναν αρκετά διαφορετικό δρόμο.

Η Asobo Studio αφήνει σε μεγάλο βαθμό πίσω της το stealth που γνωρίσαμε στα προηγούμενα παιχνίδια και μας βάζει στη θέση της Sophia, ενός χαρακτήρα που γνωρίσαμε στο Requiem. Το αποτέλεσμα είναι ένα action-adventure που θυμίζει περισσότερο Uncharted και Tomb Raider, χωρίς όμως να ξεχνά εντελώς την ταυτότητα του A Plague Tale. Και αυτή ακριβώς η αλλαγή είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δύναμη αλλά και η μεγαλύτερη αδυναμία του παιχνιδιού.
Ιστορία
Η ιστορία του Resonance λειτουργεί ως prequel και μας μεταφέρει 15 χρόνια πριν από τα γεγονότα του Requiem. Πρωταγωνίστρια είναι η νεότερη Sophia, η οποία ξεκινά ένα ταξίδι που θα την οδηγήσει στο μυστηριώδες Νησί του Μινώταυρου, αναζητώντας απαντήσεις γύρω από το παρελθόν της και μια αρχαία δύναμη που συνδέεται με την ιστορία του κόσμου.
Η επιλογή της Sophia αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Δεν έχουμε πλέον ένα παιδί που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο, αλλά μια σαφώς πιο έμπειρη και ικανή πρωταγωνίστρια. Αυτό επιτρέπει στην Asobo να αφηγηθεί μια διαφορετική ιστορία, με περισσότερη δράση και μεγαλύτερη έμφαση στην εξερεύνηση.

Η σχέση της Sophia με τους υπόλοιπους χαρακτήρες είναι από τα σημεία που λειτουργούν καλύτερα. Το παιχνίδι δεν βασίζεται αποκλειστικά στο μυστήριο και στη μυθολογία, αλλά προσπαθεί να δώσει συναισθηματικό βάρος στην προσωπική της διαδρομή. Παράλληλα, το ταξίδι στην Κρήτη και οι αναφορές στη Μινωική εποχή, δημιουργούν ένα setting που διαφοροποιεί σημαντικά το παιχνίδι από τη μεσαιωνική Γαλλία των προηγούμενων τίτλων. Η σύνδεση με το μεγαλύτερο lore της σειράς υπάρχει, χωρίς όμως η ιστορία να απαιτεί απαραίτητα να έχεις παίξει τα προηγούμενα παιχνίδια.
Gameplay
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αλλαγή. Το Resonance εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό το αργό και προσεκτικό stealth των προηγούμενων παιχνιδιών και μετατρέπεται σε ένα πιο παραδοσιακό third-person action-adventure.
Η Sophia διαθέτει σπαθί και στιλέτο και μπορεί να αντιμετωπίσει τους εχθρούς κατά μέτωπο. Το σύστημα μάχης βασίζεται σε επιθέσεις, dodges, parries και stagger mechanics, ενώ σταδιακά αποκτούμε περισσότερες δυνατότητες και ικανότητες. Υπάρχει επίσης grappling hook, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο στην εξερεύνηση όσο και στη μάχη.

Το combat δεν είναι ιδιαίτερα βαθύ ή επαναστατικό, όμως είναι άμεσο και διασκεδαστικό. Ειδικά όταν αρχίζουμε να συνδυάζουμε parries, ειδικές κινήσεις και το περιβάλλον, οι μάχες αποκτούν αρκετά καλό ρυθμό. Εκεί που το Resonance πραγματικά κερδίζει πόντους είναι στην ποικιλία. Ανάμεσα στις μάχες υπάρχουν platforming sections, εξερεύνηση, stealth, περιβαλλοντικοί γρίφοι και αρκετά cinematic set pieces. Τα puzzles βασίζονται συχνά στο φως, στους μηχανισμούς των αρχαίων κατασκευών και στην παρατήρηση του περιβάλλοντος.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται και ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του παιχνιδιού. Ορισμένοι μηχανισμοί επαναλαμβάνονται αρκετά και ειδικά τα puzzles με το φως μπορούν να γίνουν προβλέψιμα ή κουραστικά. Παράλληλα, το level design δεν έχει πάντα την ίδια έμπνευση που συναντάμε στις καλύτερες στιγμές του παιχνιδιού. Το σημαντικότερο είναι πως το Resonance δεν προσπαθεί να γίνει ένα τεράστιο open-world παιχνίδι. Παραμένει μια γραμμική, κινηματογραφική περιπέτεια, με διάρκεια περίπου 12-15 ώρες, ανάλογα με το πόσο θα ασχοληθείς με την εξερεύνηση και τα collectibles.
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Ο τεχνικός τομέας είναι ένα από τα δυνατότερα σημεία του Resonance. Η Asobo έχει δημιουργήσει πανέμορφα περιβάλλοντα, με την Κρήτη, τα αρχαία ερείπια, τις σπηλιές και τα Μινωικά στοιχεία να δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό από αυτό που είχαμε συνηθίσει στη σειρά.
Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι ιδιαίτερα προσεγμένα, οι φωτισμοί εντυπωσιακοί και τα cinematics προσθέτουν αρκετά στην κινηματογραφική αίσθηση του τίτλου. Εξίσου σημαντικό είναι το soundtrack του Olivier Derivière. Η μουσική χρησιμοποιεί έντονα ελληνικά και κυπριακά στοιχεία και αποτελεί ίσως ένα από τα μεγαλύτερα highlights ολόκληρης της παραγωγής. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου το soundtrack δεν συνοδεύει απλώς τη δράση, αλλά βοηθά πραγματικά στη δημιουργία της ατμόσφαιρας. Πραγματικά όταν θα ακούσετε την Βασιλική Αναστασίου να ερμηνεύει, θα ανατριχιάσετε ολόκληροι!

Υπάρχουν όμως και ορισμένες τεχνικές ατέλειες. Τα προβλήματα εντοπίζονται λίγο στο pacing και με την κάμερα στις μάχες, η οποία δεν καταφέρνει πάντα να ακολουθήσει σωστά τη γρήγορη δράση. Τέλος, ένα ακόμη παράδοξο για ένα παιχνίδι που βασίζεται τόσο έντονα σε ελληνικό setting είναι η απουσία ελληνικών υποτίτλων. Εδώ μπορείτε να γίνεται έξαλλοι, ναι!
Επίλογος
Το Resonance: A Plague Tale Legacy είναι ένα δύσκολο παιχνίδι για να αξιολογηθεί, κυρίως επειδή πρέπει να αποφασίσεις αν θέλεις να το κρίνεις ως ένα νέο A Plague Tale ή ως ένα νέο action-adventure μέσα στο ίδιο σύμπαν. Αν περιμένεις την επιστροφή του stealth, των αρουραίων και της ίδιας ασφυκτικής ατμόσφαιρας των Innocence και Requiem, πιθανότατα θα απογοητευτείς. Αν όμως αποδεχτείς ότι η Asobo θέλησε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, τότε το Resonance έχει αρκετά πράγματα να προσφέρει.

Η Sophia είναι μια πολύ καλή πρωταγωνίστρια, η ιστορία έχει ενδιαφέρον, η εξερεύνηση είναι απολαυστική, τα περιβάλλοντα είναι πανέμορφα και η μουσική πραγματικά ξεχωρίζει. Το combat μπορεί να μην είναι το πιο βαθύ που έχουμε δει σε action-adventure, αλλά λειτουργεί και δίνει στη σειρά μια νέα κατεύθυνση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως σε ορισμένα σημεία το παιχνίδι μοιάζει να φοβάται να κάνει το επόμενο βήμα. Δανείζεται αρκετά στοιχεία από γνωστά action-adventure χωρίς να τα εξελίσσει σημαντικά, ενώ τα puzzles και το level design δεν βρίσκονται πάντα στο ίδιο επίπεδο με την καλλιτεχνική διεύθυνση και την ιστορία.
Παρόλα αυτά, το Resonance καταφέρνει κάτι σημαντικό. Αποδεικνύει ότι το σύμπαν του A Plague Tale μπορεί να υπάρξει και έξω από την ιστορία της Amicia και του Hugo. Δεν είναι το καλύτερο A Plague Tale που έχουμε δει, αλλά είναι μια πολύ καλή και κυρίως ενδιαφέρουσα νέα αρχή.
Ευχαριστούμε θερμά την AVE S.A. για την παραχώρηση του key code για τις ανάγκες του review.




Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.